ΠΑΙΔΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ «ΤΟΞΙΚΑ ΨΥΧΟΦΘΟΡΟ»
Εγκληματολόγος, ερευνητής, αλλά και μαγευτικός παραμυθάς. Ο Ευγένιος Τριβιζάς μετά τη «Φρουτοπία» του μετέφερε στη μικρή οθόνη, μέσα από τρισδιάστατα κινούμενα σχέδια (Time Lapse Pictures) αυτή τη φορά, άλλα δύο παραμύθια του: «Το ποντικάκι που ήθελε να αγγίξει ένα αστεράκι» και το «Ενα δέντρο μια φορά» (ΝΕΤ)...
Ελληνικές παραγωγές, υψηλών προδιαγραφών και τώρα λέγεται ότι το επόμενο εγχείρημα, από την ίδια εταιρεία, είναι η δημιουργία της πρώτης μεγάλου μήκους ταινίας κινούμενων σχεδίων, και πάλι δικού του παραμυθιού, πιθανότατα μεταφέροντας το «Ο χιονάνθρωπος και το κορίτσι». Ο Ευγένιος Τριβιζάς, από το Λονδίνο όπου βρίσκεται, μιλά στην «Ε» για το παιδικό πρόγραμμα που προσφέρουμε στα παιδιά μας, χαρακτηρίζοντάς το «ανούσιο έως και τοξικά ψυχοφθόρο». Τονίζει ότι αφήνουμε ανεκμετάλλευτη την τεράστια δύναμη της τηλεόρασης να διαπλάθει χαρακτήρες και κάνει προτάσεις για το τι μπορεί και πρέπει να γίνει.
Τι «σερβίρουμε» τελικά στα παιδιά μας μέσα από τη μικρή οθόνη;
«Με λίγες εξαιρέσεις, η τηλεοπτική δίαιτα των παιδιών κυμαίνεται από το ανούσια βαρετό στο τοξικά ψυχοφθόρο, ένα βραδείας δράσεως κοινωνικό δηλητήριο, όπως είχε χαρακτηρίσει παρόμοια προγράμματα στο εξωτερικό ο Φίλιπ Πούλμαν».
Ποιοι είναι οι φόβοι σας και πού πιστεύετε ότι πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας;
«Φοβάμαι ότι αφήνουμε ανεκμετάλλευτη την τεράστια δύναμη αυτού του μέσου να διαπλάθει χαρακτήρες. Δυστυχώς, οι υπεύθυνοι προγραμματισμού θεωρούν τα παιδικά προγράμματα έναν αναγκαίο μπελά, με αποτέλεσμα το επίπεδό τους να είναι χαμηλό και τα παιδιά να προτιμούν να παρακολουθούν εκπομπές που προορίζονται για ενήλικες. Μετά αγανακτούμε όταν τα ακατάλληλα αυτά προγράμματα έχουν αρνητικές επιδράσεις. Απλά πληρώνουμε το τίμημα της αδιαφορίας μας».
Τι πιστεύετε ότι πρέπει να αλλάξει και με ποιον τρόπο;
«Θα πρέπει κάποιοι να ανακόψουμε την εξέλιξη της τηλεόρασης σε έναν ανεξέλεγκτο και ανεύθυνο παιδαγωγό. Απαιτείται μια ριζική αλλαγή νοοτροπίας. Οχι προγράμματα για ενήλικες που τα παρακολουθούν παιδιά, αλλά παιδικά προγράμματα τέτοιας υψηλής ποιότητας που θα επιθυμούν να τα παρακολουθούν ενήλικες».
Ποια είναι η εμπειρία σας από το εξωτερικό; Τι συμβαίνει με τα παιδικά προγράμματα;
«Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Οταν σχεδιαζόταν η τηλεοπτική σειρά "Σουσάμι άνοιξε" και το "Μάπετ Σόου", μια βασική αρχή την οποία έθεσαν οι ψυχολόγοι και επικοινωνιολόγοι που συμβούλευαν τη δημιουργική ομάδα, ήταν ότι για να κερδίσει το ενδιαφέρον των παιδιών και να έχει τα αναμενόμενα ευεργετικά αποτελέσματα, απαιτείται να γραφτεί και να παρουσιαστεί με τέτοιο τρόπο ώστε να την παρακολουθούν και οι ενήλικες θεατές. Η συμβουλή αυτή στηριζόταν στο εξής σκεπτικό: Οταν τα παιδιά παρατηρούν ότι οι γονείς τους απολαμβάνουν ένα συγκεκριμένο τηλεοπτικό πρόγραμμα, το πρόγραμμα αυτό ανεβαίνει στην εκτίμησή τους και τονώνει την επιθυμία να το παρακολουθούν και τα ίδια. Το αντίθετο συμβαίνει όταν οι γονείς θεωρούν ένα πρόγραμμα ανάξιο της προσοχής τους. Συνεπώς, ακολούθησαν το ηλικιακό μοντέλο και πολλοί χαρακτήρες δημιουργήθηκαν ειδικά για τους ενήλικες. Με το ίδιο σκεπτικό αποφασίστηκε η συμμετοχή κορυφαίων καλλιτεχνών και διεθνούς φήμης προσωπικοτήτων. Αξέχαστες έχουν μείνει οι εμφανίσεις του Ρούντολφ Νουρέγεφ στο χορευτικό νούμερο με τη Μις Πίγκι, του Χάρι Μπελαφόντε στο τραγούδι "Turn the Wold around", του Τζιν Κέλι όταν δίνει στον Κέρμιτ τον βάτραχο μαθήματα χορού, της Ράκελ Γουέλς όταν χορεύει με μια γιγαντία αράχνη, καθώς και των Πίτερ Σέλερς, Κρίστοφερ Ριβ και δεκάδων ακόμα, πολιτικών όπως του Κόφι Ανάν και καλλιτεχνών οι οποίοι έλαβαν βραβεία ΕΜΜΥ γι' αυτές τους τις εμφανίσεις. Στη χώρα μας από πολλούς ηθοποιούς μας θεωρείται έως και υποτιμητικό να εμφανίζονται σε παιδικά προγράμματα».
Στην Ελλάδα, το ελληνικό παιδικό πρόγραμμα είναι πλέον είδος υπό εξαφάνιση. Τι μπορεί και πρέπει να γίνει;
«Μια κατεπείγουσα και δραστική μετάγγιση κονδυλίων και ταλέντων σε προγράμματα για παιδιά και όλη την οικογένεια».
Πολλοί κάνουν λόγο για βίαια παιδικά προγράμματα που αποπροσανατολίζουν τους μικρούς μας φίλους. Ποια είναι η δική σας θέση;
«Η εμπειρική έρευνα γύρω από την επίδραση της τηλεοπτικής βίας στο παιδί αποτελεί μεθοδολογικό εφιάλτη για τρεις κυρίως λόγους. Πρώτον, είναι δύσκολο να απομονώσει κάποιος την επίδρασή της από το γενικότερο πλέγμα κοινωνικών και άλλων μεταβλητών. Δεύτερον, οι εργαστηριακές μελέτες για δεοντολογικούς λόγους λαμβάνουν χώρα σε ένα τεχνητό περιβάλλον που ελάχιστη σχέση έχει με την πραγματικότητα (μια έρευνα στην οποία παιδιά γρονθοκοπούν μια κούκλα, αφού έχουν παρακολουθήσει σκηνές βίας, δεν μας λέει πολλά επειδή οι κούκλες δεν μπορούν να ανταποδώσουν τα χτυπήματα). Και τρίτον, πολλές έρευνες καταμετρούν συγκεκριμένες σκηνές βίας αγνοώντας το δραματικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται. Το αποτέλεσμα είναι ότι εύκολα καθένας μπορεί να αναφέρει έρευνες που καταλήγουν σε αντίθετα η μία από την άλλη αποτελέσματα. Ακόμα όμως και αν δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι για το πόσο βλαπτική είναι η τηλεοπτική βία, η σωφροσύνη απαιτεί να ληφθούν μέτρα για την προστασία των παιδιών».
Από την άλλη για τη δημιουργία ποιοτικών παιδικών προγραμμάτων απαιτούνται δυστυχώς, όπως φαίνεται, πολύ μεγάλα κονδύλια. Πώς πιστεύετε ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό;
«Μπορούμε να προσαρμόσουμε μια ιδέα από τη Γαλλία, η οποία στην προσπάθειά της να αναχαιτίσει την πολιτιστική ηγεμονία της αμερικανικής κινηματογραφικής παραγωγής είχε νομοθετήσει ένα 3% των κινηματογραφικών εισιτηρίων και ένα 2% της τιμής των βιντεοταινιών να πηγαίνουν σε ένα ταμείο, το οποίο χρηματοδοτεί ανεξάρτητες εγχώριες παράγωγες. Κάτι παρόμοιο θα μπορούσε να καθιερωθεί και με τις πωλήσεις βιντεοκασετών και cd βίαιων ταινιών στη χώρα μας. Ενα ποσοστό της τιμής τους να διοχετεύεται στη χρηματοδότηση εντοπίων ποιοτικών παιδικών προγραμμάτων. Οσο πιο βίαιο είναι το βίντεο, βάσει κάποιου συστήματος ταξινόμησης, τόσο υψηλότερο να καθορίζεται το ποσοστό αυτό. Με αυτό τον τρόπο και τα αρνητικά της λογοκρισίας αποφεύγονται και οι εγχώριες παραγωγές ενισχύονται και η ποιότητα των παιδικών προγραμμάτων βελτιώνεται. Επίσης αν καταφέρουμε -και δεν υπάρχει έλλειψη ταλέντων στη χώρα μας- να παράγουμε προγράμματα υψηλών προδιαγραφών, οι πωλήσεις στο εξωτερικό μπορεί να καταστήσουν τις όποιες επενδύσεις ακόμη και κερδοφόρες». Πηγή: http://www.enet.gr







