Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ ΑΝΘΙΖΟΥΝ ΞΑΝΑ

«Ηταν υπέροχα. Ενα φανταστικό τοπίο στο Λιβυκό πέλαγος. Το χωριό ήταν μικρό και φτωχό, οι άνθρωποι αδέκαροι αγρότες και ψαράδες, όμως, πολύ όμορφοι, φιλικοί κι ευγενικοί. Δεν υπήρχε τίποτε. Ούτε άσφαλτος, ούτε ηλεκτρικό, μόνο λίγες καλύβες. Μα η ζωή ήταν καταπληκτική. Πρωτόγονη κι ευτυχισμένη. Φανταστείτε ότι κάποιος χίπις διέθετε ένα ασθμαίνον σαραβαλιασμένο μηχανάκι και θεωρείτο πλούσιος! Κατά τη διάρκεια της ημέρας χαλαρώναμε κάτω από τον ήλιο και το απόγευμα κάναμε πάρτι γύρω από τη φωτιά. Οι απριλιάτικες νύχτες ήταν πολύ κρύες κι εγώ δεν είχα σλίπινγκ μπαγκ γιατί πίστευα ότι στην Ελλάδα έχει πάντα ζέστη και ήλιο!»...

Αναμνήσεις σαν κι αυτή, που περιγράφουν γλαφυρά τα θρυλικά Μάταλα της δεκαετίας του '60, θα ζωντανέψουν ξανά στη συνάντηση επανασύνδεσης πρώην χίπηδων, που διοργανώνεται στην περιοχή από τις 11 έως τις 13 Ιουνίου.

Μια συνάντηση που θα δώσει πνοή τους ερειπωμένους χριστιανικούς τάφους που κατοικήθηκαν πριν από σαράντα χρόνια από τα παιδιά των λουλουδιών.

«Επικοινωνώ ηλεκτρονικά με βετεράνους χίπις σε ολόκληρο τον κόσμο και μου στέλνουν πολύ ωραίες φωτογραφίες και ιστορίες από την παραμονή τους στα Μάταλα. «Οι μέρες μας εκεί ήταν οι καλύτερες στη ζωή μας», μου γράφουν. Από όταν μαθεύτηκε, διαρκώς λαμβάνω θετικά μηνύματα από την Αμερική, την Αυστραλία, ολόκληρη την Ευρώπη. Πιστεύω ότι θα μαζευτούν μερικές εκατοντάδες», λέει ο Γερμανός Arn Strohmeyer, εμπνευστής της συνάντησης.

Πολιτικός ρεπόρτερ σε γερμανικές εφημερίδες, νεαρός φοιτητής Φιλοσοφίας τότε, είχε διδαχτεί αρχαία ελληνικά στο σχολείο και ήθελε να γνωρίσει την Ελλάδα. Τις αρχαιότητες και την ελληνική ζεστασιά. Εφτασε με οτοστόπ από τη Βόννη στην Αθήνα, έπειτα στην Πελοπόννησο και στη συνέχεια στην Κρήτη. Κάπως έτσι βρέθηκε στα Μάταλα τον Απρίλη του 1967, ενώ τα επισκέφθηκε ξανά το 1975.

Παρότι πλέον προτιμά τον ήσυχο Λέντα της Κρήτης, όπου έχει βρει καταφύγιο στο σπίτι που φιλοξένησε τον Καζαντζάκη τη δεκαετία του '30, θυμάται γοητευμένος τα Μάταλα.

Την ίδια μαγεία, όπως λέει, ασκεί ακόμη η περιοχή στις ψυχές όλων όσων έζησαν εκεί.

«Πριν από χρόνια, σκαρφάλωσα και πάλι στις σπηλιές. Βρήκα μια γυναίκα να κάθεται στην άκρη ενός βράχου και να κλαίει πικρά κοιτάζοντας προς το χωριό. Τη ρώτησα αν μπορούσα να βοηθήσω. 'Οχι', μου απάντησε. 'Βρέθηκα εδώ πριν από 30 χρόνια ως χίπισσα. Ερχομαι πρώτη φορά από τότε. Θεέ μου, τι έχουν κάνει σε αυτό το μέρος...;' μου είπε. Και μόνο για αυτό άξιζε η προσπάθεια».

«Ατραξιόν» οι χίπις
Οι μύθοι για τα όργια και τα ναρκωτικά

«Σκληρά ναρκωτικά, τεράστιες ποσότητες αλκοόλ, σεξουαλικά όργια. Δεν είδα τίποτε απ' όλα αυτά κατά την παραμονή μου στα Μάταλα» λέει ο κ. Strohmeyer.

«Υπήρχαν πολλά ζευγάρια, όμως λειτουργούσαν ως ζευγάρια. Κυκλοφορούσαν πολλοί μύθοι για τα Μάταλα. Οταν ακούσαμε το περίφημο διάγγελμα του μητροπολίτη Τιμόθεου εναντίον μας, δεν μπορούσαμε παρά να γελάσουμε. Συχνά έρχονταν Ελληνες γονείς για να παρακαλέσουν τα παιδιά τους να εγκαταλείψουν αυτόν τον τρόπο ζωής και να επιστρέψουν σπίτι. Τις Κυριακές έφταναν πολλοί Ελληνες τουρίστες για να κοιτάξουν με περιέργεια στις σπηλιές, όπως κοιτάζει κανείς στον ζωολογικό κήπο. Εμείς το διασκεδάζαμε. Οπότε, μια μέρα ένας χίπις τοποθέτησε ένα χαρτόνι μπροστά από τη σπηλιά του που έλεγε: «Κανένα όργιο σήμερα, λυπάμαι»! Οταν αργότερα οι Αρχές αποφάσισαν να παύσουν την «ηθική αναρχία» των Ματάλων, οι χίπις αντιστάθηκαν με τον δικό τους τρόπο: Βγήκαν από τις σπηλιές και πέταξαν τα ρούχα τους. Λίγα πράγματα μπορούσαν να κάνουν πλέον οι αστυνομικοί που είχαν καταφτάσει με το περιπολικό την καλοκαιρινή εκείνη μέρα. Εναντίον τους είχαν γυμνούς ανθρώπους, οι οποίοι, μάλιστα, δεν έκαναν καμία προσπάθεια να υπερασπιστούν τον εαυτό τους...».

Αγγελος-φύλακας
Η δική τους Μαμά που έδινε τα σάντουιτς επί πιστώσει

«Στο γειτονικό μαγαζάκι της Μαμάς έβρισκες καλά σάντουιτς και ρυζόγαλο, ενώ συναντούσες πάντα κάποιον που είχε όρεξη για κουβεντούλα», θυμάται ο κ. Strohmeyer.

«Το αληθινό της όνομα ήταν Ανθούλα Ζουριθάκη και ήταν ένας άγγελος?φύλακας για πολλά παιδιά των λουλουδιών. Είχε φροντίσει πολλούς άρρωστους χίπις. Οσοι πεινούσαν μπορούσαν πάντα να βασίζονται στην καλοσύνη της για ένα σάντουιτς με πίστωση. Και φυσικά δεν περίμενε ποτέ πληρωμή. Στο ταμείο της υπήρχε ένα μικροσκοπικό μεταλλικό κουτί στο οποίο όσοι ήθελαν έριχναν μερικές δραχμές για την ενίσχυση των άπορων χίπις. Οσοι πάλι κουβαλούσαμε μετρητά, τα εμπιστευόμαστε στη Μαμά καθώς στις σπηλιές γίνονταν πολλές κλοπές. Το μαγαζί της ήταν επίσης το ταχυδρομείο του χωριού. Οποιοσδήποτε είχε νέα από το σπίτι έπρεπε να πάει στης Μαμάς για να τα λάβει. Δεν θα ξεχάσω ότι αναφερόταν στους χίπις λέγοντάς τους ?παιδιά μου? μέχρι και το 2007, οπότε πέθανε. Παρέμενε απόλυτα πεπεισμένη ότι η φήμη που απέκτησαν τα Μάταλα οφειλόταν στην ίδια, καθώς το όνομά της έγινε ξακουστό στα πέρατα του κόσμου από τα παιδιά των λουλουδιών που εξήραν τα προτερήματά της φεύγοντας από την Ελλάδα... Οταν αργότερα αποφασίστηκε να απομακρυνθούν οι χίπις, κατηγορήθηκε ως κομμουνίστρια και της έκλεισαν το μαγαζί».

Τα πάρτι και ο Ντίλαν
Ημασταν ευτυχισμένοι , νιώθαμε ξανά άνθρωποι

Κορυφαία στιγμή στα Μάταλα ήταν τα πάρτι που οργανώναμε το απόγευμα στην παραλία. Στην πραγματικότητα δεν ήταν πάρτι. Οπως θυμάται ο Arn Strohmeyer, ένα από τα παιδιά των λουλουδιών εκείνης της εποχής, «το μόνο που κάναμε ήταν να καθόμαστε γύρω από τη φωτιά, να τρώμε ψωμί, φέτα και ντομάτα και να πίνουμε ξηρό κρασί της κρητικής γης. Γαστρονομικές εξάρσεις είχαμε όταν ο Γιώργος, ένας νεαρός ντόπιος ψαράς, μας χάριζε κάτι ώστε να φτιάξουμε λίγη ψαρόσουπα. Ημαστε μια υπέροχη κοινότητα νέων ανθρώπων γεμάτων αισιοδοξία για το μέλλον. Πίναμε, μιλούσαμε, τραγουδούσαμε Ντίλαν.

Περιπέτειες
Κάποιοι διηγούνταν τις περιπέτειές τους στην Κεντρική και Νότια Ασία, άλλοι εξηγούσαν τους λόγους που τους έφεραν στα Μάταλα, μερικοί εξέφραζαν την απέχθειά τους για τη ζωή των γονιών τους που δεν βασιζόταν σε τίποτε άλλο παρά στην υλική ευμάρεια.

Ορισμένοι είχαν εγκαταλείψει δουλειές που τους έκαναν να νιώθουν αριθμοί και για πρώτη φορά στα Μάταλα είχαν αισθανθεί τον εαυτό τους ως ανθρώπινη ύπαρξη.

Ενας Αμερικανός που είχε δει την Κόλαση στο Βιετνάμ περιέγραφε λεπτομέρειες, ενώ μία συμπατριώτισσά του διηγείτο την ακραία φτώχεια του τρίτου Κόσμου τον οποίο γνώρισε συμμετέχοντας σε ειρηνευτικό σώμα στην Αφρική.

Και όταν αυτή η ωραία παρέα τελείωνε, πετούσαμε τα ρούχα μας και ριχνόμαστε με βακχικές κραυγές χαρούμενοι στη θάλασσα!».

Ντόπιος αρωγός
Ο ψαράς που τσακωνόταν για να τους ταΐζει

Πιστός φίλος των χίπις ήταν ένας νεαρός ντόπιος ψαράς, ο Γιώργος Γερμανάκης, ο οποίος παρά τη φτώχεια του τάιζε με την ψαριά του τα «παιδιά των λουλουδιών». «Πολύ αργότερα έμαθα ότι η γενναιοδωρία αυτή προκαλούσε πολυάριθμες οικογενειακές συγκρούσεις», λέει ο κ. Strohmeyer.

«Ημασταν τόσο φτωχοί», μου εξήγησε ο Γιώργος, «που ο πατέρας μου μπορεί να καθόταν ολόκληρη τη νύχτα στο μαγαζάκι του ελπίζοντας ότι κάποιος χίπις θα ερχόταν να αγοράσει ένα ή δύο τσιγάρα. Ενα ολόκληρο πακέτο θα ήταν κάτι μεγαλειώδες», συνεχίζει. «Του Γιώργου του άρεσαν οι ξανθές κοπέλες από τη Γερμανία, τη Νορβηγία και τη Σουηδία. Μια μέρα πήρε μια βούρτσα και έγραψε με τεράστια γράμματα σε έναν βράχο: ''Καλωσήρθατε στα Μάταλα! Ζήστε το σήμερα! Το αύριο δεν υπάρχει!''. Σαράντα χρόνια μετά αποκαλεί την περίοδο εκείνη ως ''πανεπιστήμιο'', ενώ παραμένει πιστός στα ήθη των χίπις. Αν περάσετε μια απογευματινή βόλτα από τα Μάταλα, θα τον βρείτε ακόμη και σήμερα να κάθεται σε κάποιο μπαρ ή ταβέρνα με ένα λουλούδι στα μαλλιά...». Πηγή: Κατερίνα Ροββά, ethnos.gr

Το Banner του newsmme

ΣΤΕΙΛΤΕ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΣΑΣ

newsmme.blogspot.com 2008

Copyright 2009 newsmme.blogspot.com